Translate this page

EnglishFrançaisDeutschΕλληνικάItalianoPortuguêsРусскийEspañol

Καθώς ο αριθμός των θανάτων από τον κορωνοϊό συνεχίζει να αυξάνεται, ορισμένοι πιστεύουν ότι ο ανοιξιάτικος καιρός στο βόρειο ημισφαίριο μπορεί να επιβραδύνει ή ακόμα και να σταματήσει την εξάπλωση της νόσου. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είπε: “Η ζέστη, γενικά, σκοτώνει αυτό το είδος του ιού”. Αλλά έχει δίκιο;

 

Η ιδέα ότι η άνοιξη μπορεί να εμποδίσει την εξάπλωση της νόσου προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τη σύγκριση με τη γρίπη.

Με πολλούς τρόπους, η ασθένεια COVID-19 είναι σαν τη γρίπη: και οι δύο εξαπλώνονται με παρόμοιους τρόπους (αναπνευστικές εκκρίσεις και μολυσμένες επιφάνειες). Και οι δύο προκαλούν συνήθως ήπιες αναπνευστικές ασθένειες που μπορούν να εξελιχθούν σε απειλητική για τη ζωή πνευμονία.

Αλλά η μεταδοτικότητα και η σοβαρότητα της COVID-19 είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή της γρίπης. Και δεν είναι σαφές εάν η COVID-19 θα επηρεαστεί από την εποχική μεταβολή της θερμοκρασίας.

Για τη γρίπη, η έναρξη της άνοιξης προκαλεί σημαντική πτώση στον αριθμό των περιπτώσεων και παραμένει μέχρι την επιστροφή των ψυχρότερων θερμοκρασιών το φθινόπωρο. Αυτή η εποχικότητα της γρίπης θεωρείται ότι προκαλείται από την ευαισθησία του ιού σε διαφορετικά κλίματα και από αλλαγές στο ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα και στα πρότυπα συμπεριφοράς μας.

Πρώτον, ο ιός της γρίπης επιβιώνει καλύτερα στο κρύο, ξηρό καιρό με μειωμένο υπεριώδες φως. Δεύτερον, για πολλούς, οι μικρότερες χειμερινές ημέρες οδηγούν σε μειωμένα επίπεδα βιταμίνης D και μελατονίνης, που μπορούν να επηρεάσουν την απόδοση του ανοσοποιητικού μας συστήματος. Τρίτον, το χειμώνα περνάμε περισσότερο χρόνο με άλλους ανθρώπους σε εσωτερικούς χώρους και σε στενότερη γειτνίαση, αυξάνοντας τις πιθανότητες διάδοσης του ιού.

Πώς θα επηρεάσουν αυτοί οι παράγοντες την μετάδοση του κορωνοϊού;

Δεν είναι σαφές ποια θα είναι η επίδραση της θερμοκρασίας και της υγρασίας στον κοροναϊό, ούτε στη μετάδοσή του. Μερικοί άλλοι κορωνοϊοί είναι εποχιακοί, προκαλώντας κοινό κρυολόγημα τους χειμερινούς μήνες.

Η επιδημία Sars το 2002-2003 άρχισε επίσης στο βόρειο ημισφαίριο και τελείωσε τον Ιούλιο του 2003 με μικρή αναζωπύρωση τον επόμενο χειμώνα. Ωστόσο, οι περιπτώσεις Sars κορυφώθηκαν τον θερμότερο μήνα του Μαΐου και στο τέλος της επιδημίας τον Ιούλιο κάτι που μπορεί απλά να αντικατοπτρίζει το χρόνο που απαιτείται για τη συγκράτηση του ιού, παρά μια επίδραση του καλοκαιριού στη μετάδοση του ιού. Επίσης, ο Mers είχε μετάδοση κυρίως στις ζεστές χώρες.

Επιστρέφοντας στη σύγκριση με τη γρίπη, η πανδημία του ιού της γρίπης 2009-2010 ξεκίνησε την άνοιξη, αυξήθηκε σε ισχύ την άνοιξη και το καλοκαίρι και κορυφώθηκε τον επόμενο χειμώνα. Αυτό υποδηλώνει ότι σε μια πανδημία ο μεγάλος αριθμός περιπτώσεων σε πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο θα μπορούσε να επιτρέψει τη συνεχή μετάδοση του ιού καθόλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, ξεπερνώντας κάθε εποχιακή μεταβλητότητα που θα μπορούσε να παρατηρηθεί σε μικρότερες επιδημίες. 

Τελικά, ο θερμότερος καιρός μπορεί να μειώσει τη μετάδοση του ιού στο βόρειο ημισφαίριο (ενώ ενδέχεται να αυξηθεί η μετάδοση τον ερχόμενο χειμώνα στο νότιο ημισφαίριο), αλλά είναι εξαιρετικά απίθανο ο καιρός από μόνος του να τερματίσει αυτήν την αυξανόμενη επιδημία.

Ζήσης Ψάλλας

www.zougla.gr