Η ελληνική βιομηχανία τσιγάρων που τόλμησε το πείραμα και τελικά απέτυχε

Το 1927 το Δημόσιο Καπνεργοστάσιο, το οποίο μέχρι και σήμερα καταλαμβάνει ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο μεταξύ των οδών Λένορμαν, Αμφιάρου, Λεάνδρου και Κρέοντος (συνολικού εμβαδού 9.085 τ.μ.), υψώθηκε βάσει σχεδίων του πολιτικού μηχανικού Ν. Γαβαλά.

Στο χώρο αυτό συστεγάστηκαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα περί τις 25 συνολικά καπνοβιομηχανίες.

Λίγα χρόνια αργότερα ένα άλλο εργοστάσιο, ιδιωτικό αυτή τη φορά ξεκινάει τα βήματά του στην ελληνική αγορά. Προχωράει με γοργά βήματα, παραμένει ελληνική μαζεμένη επιχείρηση και σιγά – σιγά κερδίζει τη θέση του.

Πρόκειται για μια από τις πιο φημισμένες καπνοβιομηχανίες, το όνομα της οποία δεν λέει και πολλά στους νεότερους, η οποία όμως δεν μπόρεσε να αντεπεξέλθει στα οικονομικά της προβλήματα και έκλεισε στα τέλη του 2011, ύστερα από 80 χρόνια ζωής.

Το σήμα κατατεθέν της εταιρείας ήταν η περίφημη -για τους παλαιότερους- σειρά «22» ενώ παρήγαγε αρκετά από τα σήματα της σειράς Rothmans.

H ναυαρχίδα τα τσιγάρα ήταν το Αντινικότ «22»

Πρόκειται για την Καπνοβιομηχανία Γεωργιάδη. Η ιστορική καπνοβιομηχανία Γεωργιάδη είχε ιδρυθεί το 1938 και η ναυαρχίδα των σημάτων της στα τσιγάρα ήταν το Αντινικότ «22». Είχε την έδρα της στην Αθήνα και το εργοστάσιο είχε ως αντικείμενο και την επεξεργασία του καπνού σε φύλλα.

Οι εποχές ήταν διαφορετικές και το τσιγάρο λανσάρονταν με διάφορου τρόπους… Χαρακτηριστική είναι η διαφήμιση της καπνοβιομηχανίας Γεωργιάδη το 1938 για το «σιγαρέτο Μυστρά» που «απέδειξε ότι διατηρεί όλη τη γλυκύτητα των καπνών Αγρινίου» ή τη διαφήμιση του 1952 για τα Αντινικότ «22» που «εξασφαλίζουν απολύτως την καλήν λειτουργίαν της καρδιάς και του στομάχου».

Μάλιστα τις καλές εποχές και συγκεκριμένα το 1995, εξήγαγε το 3% της παραγωγής του σε Αλβανία, Ιορδανία, Ισραήλ, Ουκρανία, Ρωσία, Ρουμανία και Τουρκία, σύμφωνα με στοιχεία της ICAP. Τότε είχε προσωπικό 157 ατόμων και το 1995 παρουσίασε καθαρά κέρδη 103 εκατομμυρίων δραχμών. Καθόλου άσχημα για την εποχή. Τότε όλα έμοιαζαν να κυλούν ομαλά.

Τα τελευταία χρόνια πριν από τις δυσκολίες, οι πωλήσεις της έφθιναν και η επιχείρηση εμφάνιζε ζημίες, αφού το κόστος πωλήσεων ξεπερνούσε τον συνολικό τζίρο. Η αδυναμία εξαγωγών προέκυψε για πρώτη φορά στις αρχές του 2010 όταν καταλογίστηκαν πρόστιμα από το Δημόσιο για διαφυγόντες δασμούς. Η εταιρεία προσέφυγε στα δικαστήρια, αλλά ώσπου να τελεσιδικήσει η υπόθεση δεσμεύθηκαν οι τραπεζικές εγγυήσεις της, κάτι που έφερε και την αδυναμία εξαγωγών.

Το πείραμα για να μείνει στην αγορά

Τότε η διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας Ιωάννα Φαντοπούλου προσπάθησε να παίξει το τελευταίο της χαρτί. Το 2011 επιχείρησε ένα πείραμα ποντάροντας υποχρεωτικά στην εγχώρια αγορά.

Το πείραμα ήταν απλό. Φτηνό τσιγάρο, μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους για τον περιπτερά. Στόχος να μείνει στην ελληνική αγορά.

Τότε λοιπόν λάνσαρε το σήμα MG Gold με τιμή 2,60 ευρώ, συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους, έτσι ώστε να διατηρηθεί στην αγορά. Μάλιστα, αύξησε την προμήθεια των λιανοπωλητών και έστειλε επιστολή προς τους συνδέσμους των περιπτερούχων ζητώντας τη στήριξή τους.

Η επιστολή από την Ιωάννα Φαντοπούλου στους περιπτεράδες ήταν σε δραματικό τόνο: «Θα θέλαμε να σας γνωρίσουμε την υπέρτατη προσπάθεια που κάνει μία από τις Ελληνικές Καπνοβιομηχανίες η μικρότερη σε μέγεθος και παραγωγική δυνατότητα, η Κ.Θ. Γεωργιάδης. Η προσπάθεια αυτή μεταφράζεται στο νέο πακέτο με το όνομα MG GOLD. Η τιμή του είναι στα 2,60 ευρώ έχοντας συμπιέσει όλα τα περιθώριά μας ώστε και με τη δική σας βοήθεια να παραμείνουμε και εμείς στην αγορά που χρόνο με το χρόνο αλώνεται από τις πολυεθνικές.

Για να ικανοποιήσουμε και τους συνεργάτες μας, λιανοπωλητές, αυξήσαμε την προμήθειά τους στο 7,7%, δηλαδή 0,20 ευρώ το πακέτο. Η προμήθεια αυτή σας διαβεβαιώνουμε ότι θα παραμείνει καθ’όλο το χρονικό διάστημα που ισχύει η τρέχουσα φορολογία.

Πιστεύουμε ικανοποιώντας όσο το δυνατόν τις προσδοκίες σας η προσπάθειά μας θα εκτιμηθεί από εσάς προσωπικά και τους συνεργάτες σας ώστε να βοηθήσουν με όποιο τρόπο περνάει από το χέρι τους την εταιρεία μας».

Το πείραμα δεν πέτυχε, υπήρξαν καταγγελίες από την πλευρά της για πόλεμο από τις πολυεθνικές και έτσι το εργοστάσιο έκλεισε. Εργαζόμενοι έμειναν απλήρωτοι, άλλοι αποχώρησαν οικειοθελώς.

Σχεδόν από την πρώτη στιγμή των προβλημάτων, η τουρκική εταιρεία SEBA εμφανίστηκε και μέσω του νομικού της συμβούλου που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, προσέγγισε τόσο τη διοίκηση όσο και τους εργαζομένους της καπνοβιομηχανίας εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον της. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν και άλλοι ενδιαφερόμενοι αλλά δεν υπήρξε κάποια θετική κατάληξη.