Με τη βοήθεια της τεχνολογίας, και μετά από μακρόχρονη επιστημονική μελέτη, η ΙΣΤ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων πραγματοποίησε μια ψηφιακή απεικόνιση του μνημείου. Πως ήταν η Θεσσαλονίκη στην αρχαιότητα; Μια πραγματικά υπέροχη πόλη.

Η Θεσσαλονίκη έγινε η πρωτεύουσα μιας από τι τέσσερις επαρχίες στις οποίες διαιρέθηκε η Μακεδονία από τους Ρωμαίους μετά την κατάρρευση του Μακεδονικού κράτους το 149 π.χ. Διατήρησε όμως κάποιο είδος διοικητικής αυτονομίας που συνέβαλε στην ραγδαία ανάπτυξή της. Ξεκίνησε μία περίοδος άνθισης και η πόλη έγινε η σημαντικότερη της Μακεδονίας.

Η κατασκευή της Εγνατίας Οδού (146 -120 π.Χ.), που ένωνε το Δυρράχιο με τον Έβρο, βοήθησε στην ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε μεγάλο εμπορικό, πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο. Ο Τετράρχης Γάϊος Γαλέριος Βαλέριος Μαξιμιανός (250 – 311 μ.Χ), κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Καίσαρας, εγκατέστησε εδώ την έδρα του.

Ίδρυσε μεγαλόπρεπο ανάκτορο, ιππόδρομο, τη θριαμβική αψίδα (Καμάρα) και ανέδειξε την πόλη σε πρωτεύουσα των Βαλκανίων. Το 50 μ.χ. ο Απόστολος Παύλος έφτασε στην πόλη ενισχύοντας την τάση δημιουργίας Χριστιανικής κοινότητας, η οποία και δημιουργήθηκε στα μέσα του 3ου μ.χ. αι.

Η παραμονή του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη Θεσσαλονίκη στα 322-323 σχετίζεται με την υλοποίηση μεγάλης κλίμακας έργων στην πόλη, όπως είναι το λιμάνι στο νοτιοδυτικό άκρο της. Ο 4oς αιώνας αναδεικνύεται σε περίοδο αλλαγών για την πόλη. Χαρακτηρίζεται από την οριστική πλέον επικράτηση του χριστιανισμού, τρεις τουλάχιστον αιώνες μετά το πέρασμα του Αποστόλου Παύλου από την πόλη, ενώ στην εκπνοή του, το 390, θα σημαδευτεί από τη σφαγή χιλιάδων Θεσσαλονικέων στον ιππόδρομο της πόλης με διαταγή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Α΄.

Έως τα τέλη του 5ου αι. συντελέστηκε η μετατροπή της ρωμαϊκής πόλης σε χριστιανικό κέντρο.

Εικονική περιήγηση στο Γαλεριανό Συγκρότημα

Το Γαλεριανό Συγκρότημα είναι αποτέλεσμα του φιλόδοξου οικοδομικού προγράμματος του Γαλερίου, και συνδέεται με την τελευταία περίοδο ακμής της αρχαίας πόλης της Θεσσαλονίκης, όταν ο τετράρχης την όρισε ως έδρα του, αναγνωρίζοντας τη δυναμική της και ενισχύοντας τον ρόλο της ως σταυροδρόμι πολιτισμών και κέντρο ανάπτυξης όλης της περιοχής.

Η ανέγερση των ανακτόρων στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε στο τέλος του 3ου μΧ αιώνα, μετά τη νίκη του Γαλερίου επί του βασιλιά των Περσών Ναρσή στην Αρμενία το 298 μΧ. Το Γαλεριανό Συγκρότημα κτίσθηκε στις παρυφές της πόλης, δίπλα στο ανατολικό τείχος. Προς το Νότο εκτεινόταν σχεδόν μέχρι τη θάλασσα (οδός Μητροπόλεως), ενώ το δυτικό του όριο θεωρείται πως ήταν στην οδό Απελλού.

Το ανάκτορο αποτελούνταν από δύο οικοδομικά σύνολα, συνδετικός κρίκος των οποίων είναι η Αψίδα του Γαλερίου. Στο βόρειο τμήμα του βρίσκεται η Ροτόντα, ενώ νότιά της βρίσκεται η Αψιδωτή Αίθουσα (οικοδομικά κατάλοιπα επί του πεζόδρομου Δ.Γούναρη, τμήμα μεταξύ των οδών Αλ.Σβώλου και Ι.Μιχαήλ) και τα οικοδομήματα του αρχαιολογικού χώρου της πλατείας Ναυαρίνου (Βασιλική, κεντρική κτηριακή ενότητα, διώροφο κτήριο, λουτρά, Οκτάγωνο).

Η Ροτόντα

Η Ροτόντα ήταν κατά την τετραρχική περίοδο ναός αφιερωμένος στην αρχαία θρησκεία, ενώ κατά την παλαιοχριστιανική εποχή (4ος έως αρχές του 6ου αι. μΧ) μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στους Ασώματους ή Αρχάγγελους.

 

Η Αψίδα του Γαλερίου

Νότια της Ροτόντας υπήρχε θριαμβική Αψίδα (η γνωστή σήμερα Καμάρα), η οποία κτίσθηκε μεταξύ του 298 και του 305 μΧ, σε ανάμνηση της εκστρατείας και της νίκης του Γαλερίου κατά των Περσών.

Ο Ιππόδρομος

Κατά τους χρόνους της Τετραρχίας, ο Ιππόδρομος ήταν ένα από τα πιο σημαντικά δημόσια οικοδομήματα, καθώς, εκτός από τους αγώνες που διεξάγονταν σε αυτόν, αποτελούσε έναν κατ’ εξοχή πολιτικό χώρο, όπου ο λαός επικοινωνούσε με τον αυτοκράτορα και εξέφραζε τη βούλησή του.

Η μελέτη για την τρισδιάσταση ψηφιακή απεικόνιση του Γαλεριανού Συγκροτήματος εκπονήθηκε από την ομάδα των αρχιτεκτόνων της ΙΣΤ Εφορείας Αρχαιοτήτων Φ.Αθανασίου, Β.Μάλαμα, Μ.Μίζα και Μ.Σαραντίδου, στο πλαίσιο των εργασιών αποκατάστασης του μνημείου. Οι εικόνες της ψηφιακής αναπαράστασης και το αντίστοιχο βίντεο υλοποιήθηκαν από τον αρχιτέκτονα Φώτη Τσακμάκη, ενώ όλο το έργο πραγματοποιήθηκε με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ.